Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Η Κ. Βασίλισσα




https://www.youtube.com/watch?v=gRwFRMGpTWg



Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα με το που σε είδα ήταν το χέρι σου. Σου είχαν βγάλει τα δαχτυλίδια και εσύ αυτά τα δαχτυλίδια τα ήθελες πάντα πάνω σου. Δε θυμάσαι ονόματα, δε θυμάσαι καν πως να καλύψεις τις ανάγκες σου και για αυτό η κ.Όλγα σε φωνάζει Βασίλισσα και σε προσέχει καθημερινά. Αλλά τα δαχτυλίδια σου γιατί στα έβγαλαν; Κάθε Βασίλισσα έχει την κορόνα της, εσύ είχες τη δική σου. Που είναι η κορόνα σου τώρα;


   Αν ήμουν πιο έξυπνη κ. Βασίλισσα θα περνούσα χρόνο μαζί σου όταν μπορούσες, όταν ήσουν δυνατή, όχι ότι τώρα δεν είσαι . Είσαι. Εγώ το ξέρω. Οι άλλοι δεν το ξέρουν,εμείς όμως έχουμε το ίδιο όνομα ,καταλαβαινόμαστε. Δεν έχεις όρεξη να φας πια. Γιατί Βασίλισσα; Εσύ λατρεύεις τα γλυκά και το παστίτσιο. Είναι τα αγαπημένα σου. Εγώ το ξέρω.

   Ανά δέκα λεπτά ξυπνάς και σηκώνεις το χέρι σου,αλλά δεν ανοίγεις τα μάτια σου. Έχεις καιρό να με κοιτάξεις στα μάτια. Μεγάλωσα, άνοιξε τα να με δεις. Τώρα τα μαλλιά μου είναι ξανθά και σγουρά,όπως ακριβώς σ'αρέσουν.

   Τα απογεύματα που κανείς δεν ήταν σπίτι ,εσύ με πρόσεχες και με βοηθούσες να κάνω τα μαθήματα μου. Μου τραγουδούσες νανουρίσματα, με τη γλυκιά φωνή σου και εγώ δεν ήθελα να κοιμηθώ γιατί μ'άρεσε να σε ακούω.

        Ήρθα και ξάπλωσα δίπλα σου και σε πήρα αγκαλιά και σε νανούρισα εγώ για πρώτη φορά. Δε μιλάς, δεν τρως, δε σηκώνεσαι . Μήπως έχεις κουραστεί; Αν έχεις κουραστεί σταμάτα λίγο και θα τα κάνω εγώ όλα. Δεν είμαι κουρασμένη εγώ. Ότι θες εγώ.



Δεν καταλαβαίνεις ,αλλά καληνύχτα Βασίλισσα.

        

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

And I find it kind of funny,I find it kind of sad.

Και ξαφνικά όλοι αναρωτιούνται τι δεν πήγε καλά με'σένα. Είναι το πρόσωπο σου που χλωμιάζει-ακόμα περισσότερο-οταν συναντάς ένα γνωστό και αρχίζει τις ερωτήσεις. Δεν ξέρω τι φταίει,ποιος φταίει. Τη στιγμή που πάει λίγο να γελάσει το χειλάκι σου,μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου λες και τιμωρείς τον εαυτό σου και το καταπίνεις. Και μετά τι; Κλείνεσαι στη μιζέρια σου και περιμένεις. Τι περιμένεις ακριβώς δεν ξέρεις. Είναι το πρόσωπο του θείου σου που ντρέπεται να σου μιλήσει για αυτό το θέμα και της θείας σου που τον σκουντάει κάτω από το τραπέζι όταν πάει να ανοίξει το ''θέμα''. Τότε καταλαβαίνεις ότι όλα είναι τόσο ρευστά. Τώρα είσαι απλά ''άτυχη'' και σκέφτεσαι ότι δεν υπάρχουν διέξοδοι. ''Όλα γίνονται για κάποιο λόγο παιδί μου'',είπε και η γιαγιά. Μεγάλη γυναίκα και αυτή,ονειρευόταν να καμαρώσει την εγκόνα της γιατρό ή επιχειρηματία. Τώρα πριν καν το καταλάβει, η εγκόνα της,το καμάρι της, έχει χάσει τελείως το δρόμο της. Τι φταίει γαμώτο; Οι στιγμές δεν αλλάζουν και είμαι ενήμερη για αυτό,δεν περίμενα κάτι διαφορετικό. Είναι άδικο. Πολύ. Και ακούς καθημερινά τους κοντινούς σου ανθρωπους να κάνουν σχέδια και όνειρα με χαρά και ενθουσιασμό και εσύ χάνεσαι. Ούτε η πρώτη είσαι ούτε η τελευταία. Και οι γονείς σου; Τι φταίνε και αυτοί οι καημένοι να πληρώνουν τα δικά σου σπασμένα; Το καλύτερο για'σένα θέλουν,αλλά δεν τους ακούς, επειδη εισαι ξεροκέφαλη και πεισματάρα. Τώρα τι; Ποιος φταίει ρωτάς; Δεν ξέρεις ότι είναι το ξερό σου το κεφάλι; Ή προτιμάς να το αγνοείς; 

Όλο αυτό για το τίποτα; Δηλαδή τζάμπα ένας χρόνος ζωής; Και αν είναι τόσο σημαντικό,γιατί κανείς δε με ενημέρωσε για τις συνέπειες; Όλες οι φίλες σου θα φύγουν και θα ξεχάσουν..όλοι θα το ξεχάσουν κάποια στιγμή. Εσύ όμως πότε θα συγχωρέσεις τον εαυτό σου; Πότε θα λυτρωθείς; Και έστω ότι παρακολουθώ μια αρχαία τραγωδία. Υπάρχει υβρις→ατη→νέμεσις→τίσις.  Είμαι ο θεατής σωστά; Γιατί πρωταγωνιστής δεν είμαι. Εμένα στο σχολείο μου έμαθαν ότι η κάθαρση είναι η λύτρωση, η ψυχική ανακούφιση στην οποία φτάνουν οι θεατές με το να συμπάσχουν, να ταυτίζονται και να αγωνιούν για την τύχη των ηρώων. 

Έτσι συνεχίζω να προσπαθώ; Ή απλά παραδέχομαι ότι στη δική μου παράσταση δεν υπάρχει λύτρωση;

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Σε ένα παλιό ιστολόγιο



Το πιάνο δε βοηθάει πια. Ούτε το σχέδιο. Ούτε το τραγούδι. Ούτε η φωνή μου λέει να βγει στο αγαπημένο μου τραγούδι. Σου γράφω γιατί δε μπορώ να μιλήσω αλλιώς μωρό μου,γιατί εμείς διαφέρουμε τόσο πολύ και οι διαφορές μας, μας χωρίζουν και μας ενώνουν ταυτόχρονα. Σε ένα παλιό ιστολόγιο και με γράμματα ξένα χωρίς το χαρακτηριστικό μου βαρύ πάτημα της κόλλας ή την τσιριχτή φωνή μου να σου φωνάζει σ'αγαπώ. Οι ανασφάλειες με σκοτώνουν,για αυτό τις έδιωξα και σου προτείνω να κάνεις και εσύ το ίδιο. Δε μ'αρέσουν τα μεγάλα λόγια για αυτό το σ'αγαπώ μου ήταν μετρημένο,οι λέξεις όταν πολυπιάνονται στο ανθρώπινο στόμα χάνουν την αξία τους και γίνονται φορτικές. Δε θέλω να γίνω φορτική. Στέκεσαι εκεί απέναντι μου και μου μιλάς. Μου έχεις ανοίξει την ψυχή σου και μου εξομολογήσε ιστορίες από το παρελθόν σου. Σε ακούω με όλη μου την προσοχή.Και οι δύο το ξέρουμε μα κανείς δεν το μαρτυράει,άλλωστε γιατί; Πως πέρασε έτσι ο καιρός; Ακόμα θυμάμαι τη μέρα που σου κάναμε έκπληξη σπίτι σου για τη γιορτή σου. Μου έχει καρφωθεί αυτή η μέρα. Νομίζω ότι το πρώτο μου συναίσθημα για'σενα άρχισε εκείνη τη μέρα,παρόλο που δεν ήσουν δικός μου. Αυτό είναι κάτι που δε σου έχω πει ποτέ και ούτε σκόπευα να μαρτυρήσω ποτέ. Στο κόκκινο δωμάτιο με τον κρυφό φωτισμό,δε χτύπησα την πόρτα,μπήκα μέσα και σας είδα. Ζήλεψα. Όχι! Δε ζήλεψα το φιλί σας. Ζήλεψα το βλέμμα σου,το βλέμμα σου και τίποτα άλλο. Δεν το ξεχνάω αυτό. Μη στενναχωρηθείς. Μ'άρεσε αυτή η εμπειρία μου και δε θέλω να την ξεχάσω. Από τότε σε κοιτούσα να την κοιτάς. Έψαχνα αυτό το βλέμμα στα μάτια του Ο* μα ποτέ δεν το πήρα. Προσπάθησα όμως δε μπορείς να πεις. Πέρασε καιρός από τότε. Το καλοκαίρι ήμασταν συνέχεια μαζί μα ούτε σε παρατηρούσα,εγώ εξάλλου κυνηγούσα το δικό μου ''βλέμμα'' και δεν το έψαχνα στα μάτια σου. Πως άλλωστε; Ένας χρόνος πέρασε και μου ήταν απολύτως αρκετός για να σε καταλάβω. Δε σε μίσησα ποτέ μου,απλά σε διέγραψα. Θυμάμαι ακόμα αυτή τη μέρα που ήρθα σπίτι σου με τη Δ*,πληγωμένη και αδύναμη,ήθελα εκδίκηση,το δικό μου''βλέμμα'' ήταν εκεί με κάποιον άλλο. Και τότε έπρεπε να παίξω το ρόλο της Ανατολής από το βιβλίο της Δώρας,έδεσα τη μπλούζα μου στη μέση και με ένα κοντό σορτσάκι,έπεισα τον εαυτό μου πως αυτή είναι η σωστή κίνηση. Γύρισα σπίτι και έμεινα στο μπάνιο για μία ώρα λες και το νερό θα βοηθούσε. Λίγες μέρες μετά πήγαμε στον Ευκάλυπτο. Ήπια. Δεν ήξερες γιατί,εκείνος ήταν μπροστά και ήταν με κάποιον άλλο. Έπρεπε να είμαι όπως με ήθελε,δε θα με νικούσε κανείς ξανά. Σου ζήτησα να με πας μέχρι την έξοδο. Περνάει λίγη ώρα και κανείς μας δε μιλάει. Με αρπάζεις από το χέρι,πάντα απαλά και με φιλάς. Ανταποκρίνομαι. Ζαλισμένη και απροσανατολισμένη. Βάζω τα κλάματα και εσύ αναρωτιέσαι τι έκανες λάθος. Σου εξηγώ και με βοηθάς. Τώρα πια δεν έκλαιγα μόνη μου. ''Δε νιώθεις τίποτα όταν σε φιλάω;''με ρωτάς. ''Όχι''απαντάω ειλικρινά. Ήθελα να σε πληγώσω γαμώτο. Εμένα δε με κοιτούσες έτσι, δεν ένιωθα τίποτα,στο δικό μας φιλί δεν είχες το ''βλέμμα''. Σου ζήτησα να μην πεις τίποτα και έφυγα.
Απόσπασμα από εκέινη τη μέρα,μια ανάρτηση που ποτέ δεν έβαλα,ξέροντας πως θα το δει.


27 Μαΐου 2013
23:55,το άγγιγμα ενός ξένου κάνει το μυαλό μου να αναρωτιέται για το σώμα μου. Είμαι ζαλισμένη, δεν καταλαβαίνω τι κάνω. Που είμαι; Όχι ξέρω που είμαι. Ναι,ξέρω καλά. Κάποιος είναι μαζί μου, με ακουμπάει και νιώθω το σώμα να ανταποκρίνεται μηχανικά. Είσαι πίσω μου, ακούω τη φωνή σου και αυτό με κάνει να νιώθω καλά. Καλά γιατί εγώ είμαι εδώ,εδώ που ήθελες να είμαι και εσύ ακόμα πιο μακρυά, από'μένα, από'σένα, από εμάς. Του ψιθυρίζω κάτι στο αυτί,ούτε που θυμάμαι. Φαίνεται να του άρεσε.

23:59 Οι κινήσεις του γίνονται πιο άγριες, πιο γρήγορες. Τρομάζω με τον εαυτό μου. Δε νιώθω τίποτα. Μόνο ένα κενό που μου άφησες εσύ. Είναι ακόμα εδώ πέρα. Δε σκέφτομαι τίποτα άλλο,μόνο εσένα. Τα μάτια σου να με κοιτάνε, το σώμα σε θέλει τόσο πολύ, με αρρωσταίνει.

00:04 Κουράστηκα, κουράστηκα να υποκρίνομαι και να αναλώνομαι για χάρη σου. Έχει απαλά χέρια και μυρίζει όμορφα. Αλλά δεν είσαι εσύ. Τον σπρώχνω. Τον χαιρετάω, δε με αφήνει να φύγω. Του εξηγώ,όχι επειδή τον εμπιστεύομαι αλλά επειδή είναι ο μόνος που ήταν εκεί. Δεν εμπιστεύομαι πολλούς πια, ένα-δυο μόνο.
00:07 Άρχισα να μιλάω, χωρίς να σκέφτομαι τι λέω και που. Λάθος,σωστό; Ποιος ξέρει. Είναι που με κάνει να νιώθω ζωντανή, σα να ακροβατώ πάνω σε ένα σκοινί. Είμαι πάντα σε εγρήγορση, το σώμα μου δε χαλαρώνει,πρέπει να είμαι πάντα προετοιμασμένη να πέσω, να φοβάμαι πως θα σπάσει το σκοινί και εγώ θα πέσω, θα χτυπήσω και μετά θα πρέπει να σηκωθώ. 
 Μετα από δύο μέρες πάμε όλοι στο σπίτι του Σααββ και στο δρόμο λες του ορε ότι είναι η πρώτη φορά που ζηλεύεις μετά τη Β. Ίσως να νιώθεις τελικά κάτι. Ίσως να μην είσαι όπως σε νόμιζα. Πέρασε μία βδομάδα και ήρθαμε σπίτι σου. Τώρα ήξερες. Μου κρατούσες το χέρι και δε με άφηνες να τους κοιτάω. Και κάπως έτσι αρχίζει η ιστορία μας. 
Ευχαριστώ που ήρθες και μου άλλαξες τη ζωή, τη σκέψη.Ήρθες συνειδητά γιατί σε ήθελα.Δε φαντάζεσαι πόσο καλό μου έκανες,εσύ με το χαμόγελο σου,την ενέργεια σου. Αγαπάω το δωμάτιο σου,το κρεβάτι σου, τη μυρωδιά σου,αγαπάω όλα τα πράγματα σου,αγαπαω τη μαμά σου όλους όλους τους ανθρώπους που σε περιτρυγυρίζουν,αγαπάω τα μαθηματικά σου, τις αγκαλιές σου,όλα. Συγγνώμη αν σε στεναχωρώ,συγγνώμη που σε νευριάζω,αλλα σ'αγαπάω.  Είσαι πολύ ξεχωριστός και είμαι περήφανη που είμαι μαζί σου. Να με θυμάσαι.