Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Η Κ. Βασίλισσα




https://www.youtube.com/watch?v=gRwFRMGpTWg



Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα με το που σε είδα ήταν το χέρι σου. Σου είχαν βγάλει τα δαχτυλίδια και εσύ αυτά τα δαχτυλίδια τα ήθελες πάντα πάνω σου. Δε θυμάσαι ονόματα, δε θυμάσαι καν πως να καλύψεις τις ανάγκες σου και για αυτό η κ.Όλγα σε φωνάζει Βασίλισσα και σε προσέχει καθημερινά. Αλλά τα δαχτυλίδια σου γιατί στα έβγαλαν; Κάθε Βασίλισσα έχει την κορόνα της, εσύ είχες τη δική σου. Που είναι η κορόνα σου τώρα;


   Αν ήμουν πιο έξυπνη κ. Βασίλισσα θα περνούσα χρόνο μαζί σου όταν μπορούσες, όταν ήσουν δυνατή, όχι ότι τώρα δεν είσαι . Είσαι. Εγώ το ξέρω. Οι άλλοι δεν το ξέρουν,εμείς όμως έχουμε το ίδιο όνομα ,καταλαβαινόμαστε. Δεν έχεις όρεξη να φας πια. Γιατί Βασίλισσα; Εσύ λατρεύεις τα γλυκά και το παστίτσιο. Είναι τα αγαπημένα σου. Εγώ το ξέρω.

   Ανά δέκα λεπτά ξυπνάς και σηκώνεις το χέρι σου,αλλά δεν ανοίγεις τα μάτια σου. Έχεις καιρό να με κοιτάξεις στα μάτια. Μεγάλωσα, άνοιξε τα να με δεις. Τώρα τα μαλλιά μου είναι ξανθά και σγουρά,όπως ακριβώς σ'αρέσουν.

   Τα απογεύματα που κανείς δεν ήταν σπίτι ,εσύ με πρόσεχες και με βοηθούσες να κάνω τα μαθήματα μου. Μου τραγουδούσες νανουρίσματα, με τη γλυκιά φωνή σου και εγώ δεν ήθελα να κοιμηθώ γιατί μ'άρεσε να σε ακούω.

        Ήρθα και ξάπλωσα δίπλα σου και σε πήρα αγκαλιά και σε νανούρισα εγώ για πρώτη φορά. Δε μιλάς, δεν τρως, δε σηκώνεσαι . Μήπως έχεις κουραστεί; Αν έχεις κουραστεί σταμάτα λίγο και θα τα κάνω εγώ όλα. Δεν είμαι κουρασμένη εγώ. Ότι θες εγώ.



Δεν καταλαβαίνεις ,αλλά καληνύχτα Βασίλισσα.

        

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

And I find it kind of funny,I find it kind of sad.

Και ξαφνικά όλοι αναρωτιούνται τι δεν πήγε καλά με'σένα. Είναι το πρόσωπο σου που χλωμιάζει-ακόμα περισσότερο-οταν συναντάς ένα γνωστό και αρχίζει τις ερωτήσεις. Δεν ξέρω τι φταίει,ποιος φταίει. Τη στιγμή που πάει λίγο να γελάσει το χειλάκι σου,μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου λες και τιμωρείς τον εαυτό σου και το καταπίνεις. Και μετά τι; Κλείνεσαι στη μιζέρια σου και περιμένεις. Τι περιμένεις ακριβώς δεν ξέρεις. Είναι το πρόσωπο του θείου σου που ντρέπεται να σου μιλήσει για αυτό το θέμα και της θείας σου που τον σκουντάει κάτω από το τραπέζι όταν πάει να ανοίξει το ''θέμα''. Τότε καταλαβαίνεις ότι όλα είναι τόσο ρευστά. Τώρα είσαι απλά ''άτυχη'' και σκέφτεσαι ότι δεν υπάρχουν διέξοδοι. ''Όλα γίνονται για κάποιο λόγο παιδί μου'',είπε και η γιαγιά. Μεγάλη γυναίκα και αυτή,ονειρευόταν να καμαρώσει την εγκόνα της γιατρό ή επιχειρηματία. Τώρα πριν καν το καταλάβει, η εγκόνα της,το καμάρι της, έχει χάσει τελείως το δρόμο της. Τι φταίει γαμώτο; Οι στιγμές δεν αλλάζουν και είμαι ενήμερη για αυτό,δεν περίμενα κάτι διαφορετικό. Είναι άδικο. Πολύ. Και ακούς καθημερινά τους κοντινούς σου ανθρωπους να κάνουν σχέδια και όνειρα με χαρά και ενθουσιασμό και εσύ χάνεσαι. Ούτε η πρώτη είσαι ούτε η τελευταία. Και οι γονείς σου; Τι φταίνε και αυτοί οι καημένοι να πληρώνουν τα δικά σου σπασμένα; Το καλύτερο για'σένα θέλουν,αλλά δεν τους ακούς, επειδη εισαι ξεροκέφαλη και πεισματάρα. Τώρα τι; Ποιος φταίει ρωτάς; Δεν ξέρεις ότι είναι το ξερό σου το κεφάλι; Ή προτιμάς να το αγνοείς; 

Όλο αυτό για το τίποτα; Δηλαδή τζάμπα ένας χρόνος ζωής; Και αν είναι τόσο σημαντικό,γιατί κανείς δε με ενημέρωσε για τις συνέπειες; Όλες οι φίλες σου θα φύγουν και θα ξεχάσουν..όλοι θα το ξεχάσουν κάποια στιγμή. Εσύ όμως πότε θα συγχωρέσεις τον εαυτό σου; Πότε θα λυτρωθείς; Και έστω ότι παρακολουθώ μια αρχαία τραγωδία. Υπάρχει υβρις→ατη→νέμεσις→τίσις.  Είμαι ο θεατής σωστά; Γιατί πρωταγωνιστής δεν είμαι. Εμένα στο σχολείο μου έμαθαν ότι η κάθαρση είναι η λύτρωση, η ψυχική ανακούφιση στην οποία φτάνουν οι θεατές με το να συμπάσχουν, να ταυτίζονται και να αγωνιούν για την τύχη των ηρώων. 

Έτσι συνεχίζω να προσπαθώ; Ή απλά παραδέχομαι ότι στη δική μου παράσταση δεν υπάρχει λύτρωση;

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Σε ένα παλιό ιστολόγιο



Το πιάνο δε βοηθάει πια. Ούτε το σχέδιο. Ούτε το τραγούδι. Ούτε η φωνή μου λέει να βγει στο αγαπημένο μου τραγούδι. Σου γράφω γιατί δε μπορώ να μιλήσω αλλιώς μωρό μου,γιατί εμείς διαφέρουμε τόσο πολύ και οι διαφορές μας, μας χωρίζουν και μας ενώνουν ταυτόχρονα. Σε ένα παλιό ιστολόγιο και με γράμματα ξένα χωρίς το χαρακτηριστικό μου βαρύ πάτημα της κόλλας ή την τσιριχτή φωνή μου να σου φωνάζει σ'αγαπώ. Οι ανασφάλειες με σκοτώνουν,για αυτό τις έδιωξα και σου προτείνω να κάνεις και εσύ το ίδιο. Δε μ'αρέσουν τα μεγάλα λόγια για αυτό το σ'αγαπώ μου ήταν μετρημένο,οι λέξεις όταν πολυπιάνονται στο ανθρώπινο στόμα χάνουν την αξία τους και γίνονται φορτικές. Δε θέλω να γίνω φορτική. Στέκεσαι εκεί απέναντι μου και μου μιλάς. Μου έχεις ανοίξει την ψυχή σου και μου εξομολογήσε ιστορίες από το παρελθόν σου. Σε ακούω με όλη μου την προσοχή.Και οι δύο το ξέρουμε μα κανείς δεν το μαρτυράει,άλλωστε γιατί; Πως πέρασε έτσι ο καιρός; Ακόμα θυμάμαι τη μέρα που σου κάναμε έκπληξη σπίτι σου για τη γιορτή σου. Μου έχει καρφωθεί αυτή η μέρα. Νομίζω ότι το πρώτο μου συναίσθημα για'σενα άρχισε εκείνη τη μέρα,παρόλο που δεν ήσουν δικός μου. Αυτό είναι κάτι που δε σου έχω πει ποτέ και ούτε σκόπευα να μαρτυρήσω ποτέ. Στο κόκκινο δωμάτιο με τον κρυφό φωτισμό,δε χτύπησα την πόρτα,μπήκα μέσα και σας είδα. Ζήλεψα. Όχι! Δε ζήλεψα το φιλί σας. Ζήλεψα το βλέμμα σου,το βλέμμα σου και τίποτα άλλο. Δεν το ξεχνάω αυτό. Μη στενναχωρηθείς. Μ'άρεσε αυτή η εμπειρία μου και δε θέλω να την ξεχάσω. Από τότε σε κοιτούσα να την κοιτάς. Έψαχνα αυτό το βλέμμα στα μάτια του Ο* μα ποτέ δεν το πήρα. Προσπάθησα όμως δε μπορείς να πεις. Πέρασε καιρός από τότε. Το καλοκαίρι ήμασταν συνέχεια μαζί μα ούτε σε παρατηρούσα,εγώ εξάλλου κυνηγούσα το δικό μου ''βλέμμα'' και δεν το έψαχνα στα μάτια σου. Πως άλλωστε; Ένας χρόνος πέρασε και μου ήταν απολύτως αρκετός για να σε καταλάβω. Δε σε μίσησα ποτέ μου,απλά σε διέγραψα. Θυμάμαι ακόμα αυτή τη μέρα που ήρθα σπίτι σου με τη Δ*,πληγωμένη και αδύναμη,ήθελα εκδίκηση,το δικό μου''βλέμμα'' ήταν εκεί με κάποιον άλλο. Και τότε έπρεπε να παίξω το ρόλο της Ανατολής από το βιβλίο της Δώρας,έδεσα τη μπλούζα μου στη μέση και με ένα κοντό σορτσάκι,έπεισα τον εαυτό μου πως αυτή είναι η σωστή κίνηση. Γύρισα σπίτι και έμεινα στο μπάνιο για μία ώρα λες και το νερό θα βοηθούσε. Λίγες μέρες μετά πήγαμε στον Ευκάλυπτο. Ήπια. Δεν ήξερες γιατί,εκείνος ήταν μπροστά και ήταν με κάποιον άλλο. Έπρεπε να είμαι όπως με ήθελε,δε θα με νικούσε κανείς ξανά. Σου ζήτησα να με πας μέχρι την έξοδο. Περνάει λίγη ώρα και κανείς μας δε μιλάει. Με αρπάζεις από το χέρι,πάντα απαλά και με φιλάς. Ανταποκρίνομαι. Ζαλισμένη και απροσανατολισμένη. Βάζω τα κλάματα και εσύ αναρωτιέσαι τι έκανες λάθος. Σου εξηγώ και με βοηθάς. Τώρα πια δεν έκλαιγα μόνη μου. ''Δε νιώθεις τίποτα όταν σε φιλάω;''με ρωτάς. ''Όχι''απαντάω ειλικρινά. Ήθελα να σε πληγώσω γαμώτο. Εμένα δε με κοιτούσες έτσι, δεν ένιωθα τίποτα,στο δικό μας φιλί δεν είχες το ''βλέμμα''. Σου ζήτησα να μην πεις τίποτα και έφυγα.
Απόσπασμα από εκέινη τη μέρα,μια ανάρτηση που ποτέ δεν έβαλα,ξέροντας πως θα το δει.


27 Μαΐου 2013
23:55,το άγγιγμα ενός ξένου κάνει το μυαλό μου να αναρωτιέται για το σώμα μου. Είμαι ζαλισμένη, δεν καταλαβαίνω τι κάνω. Που είμαι; Όχι ξέρω που είμαι. Ναι,ξέρω καλά. Κάποιος είναι μαζί μου, με ακουμπάει και νιώθω το σώμα να ανταποκρίνεται μηχανικά. Είσαι πίσω μου, ακούω τη φωνή σου και αυτό με κάνει να νιώθω καλά. Καλά γιατί εγώ είμαι εδώ,εδώ που ήθελες να είμαι και εσύ ακόμα πιο μακρυά, από'μένα, από'σένα, από εμάς. Του ψιθυρίζω κάτι στο αυτί,ούτε που θυμάμαι. Φαίνεται να του άρεσε.

23:59 Οι κινήσεις του γίνονται πιο άγριες, πιο γρήγορες. Τρομάζω με τον εαυτό μου. Δε νιώθω τίποτα. Μόνο ένα κενό που μου άφησες εσύ. Είναι ακόμα εδώ πέρα. Δε σκέφτομαι τίποτα άλλο,μόνο εσένα. Τα μάτια σου να με κοιτάνε, το σώμα σε θέλει τόσο πολύ, με αρρωσταίνει.

00:04 Κουράστηκα, κουράστηκα να υποκρίνομαι και να αναλώνομαι για χάρη σου. Έχει απαλά χέρια και μυρίζει όμορφα. Αλλά δεν είσαι εσύ. Τον σπρώχνω. Τον χαιρετάω, δε με αφήνει να φύγω. Του εξηγώ,όχι επειδή τον εμπιστεύομαι αλλά επειδή είναι ο μόνος που ήταν εκεί. Δεν εμπιστεύομαι πολλούς πια, ένα-δυο μόνο.
00:07 Άρχισα να μιλάω, χωρίς να σκέφτομαι τι λέω και που. Λάθος,σωστό; Ποιος ξέρει. Είναι που με κάνει να νιώθω ζωντανή, σα να ακροβατώ πάνω σε ένα σκοινί. Είμαι πάντα σε εγρήγορση, το σώμα μου δε χαλαρώνει,πρέπει να είμαι πάντα προετοιμασμένη να πέσω, να φοβάμαι πως θα σπάσει το σκοινί και εγώ θα πέσω, θα χτυπήσω και μετά θα πρέπει να σηκωθώ. 
 Μετα από δύο μέρες πάμε όλοι στο σπίτι του Σααββ και στο δρόμο λες του ορε ότι είναι η πρώτη φορά που ζηλεύεις μετά τη Β. Ίσως να νιώθεις τελικά κάτι. Ίσως να μην είσαι όπως σε νόμιζα. Πέρασε μία βδομάδα και ήρθαμε σπίτι σου. Τώρα ήξερες. Μου κρατούσες το χέρι και δε με άφηνες να τους κοιτάω. Και κάπως έτσι αρχίζει η ιστορία μας. 
Ευχαριστώ που ήρθες και μου άλλαξες τη ζωή, τη σκέψη.Ήρθες συνειδητά γιατί σε ήθελα.Δε φαντάζεσαι πόσο καλό μου έκανες,εσύ με το χαμόγελο σου,την ενέργεια σου. Αγαπάω το δωμάτιο σου,το κρεβάτι σου, τη μυρωδιά σου,αγαπάω όλα τα πράγματα σου,αγαπαω τη μαμά σου όλους όλους τους ανθρώπους που σε περιτρυγυρίζουν,αγαπάω τα μαθηματικά σου, τις αγκαλιές σου,όλα. Συγγνώμη αν σε στεναχωρώ,συγγνώμη που σε νευριάζω,αλλα σ'αγαπάω.  Είσαι πολύ ξεχωριστός και είμαι περήφανη που είμαι μαζί σου. Να με θυμάσαι.

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Παράξενη κοπέλα(Εκείνη)





''One thing I've learned,is that you should never look back. The past is dead and buried. You get nothing from living there. It's all about today. But I've been having these dreams. In them,nothing is real.Nothing's solid. Everything's fantasy.Fucked.An illusion.In these drreams, I'm a life that's already gone by.Today means nothing. Today is just a ghost haunting me. I am at the end of th world,on the edge of things. I did something once,my ghost won't let me forget.

'Τι παράξενη κοπέλα είσαι εσύ;''  Τι μεράκια έχεις και σε βασανίζουν;
Για'μένα δεν είσαι παράξενη, για'μένα είσαι μπερδεμένη, δεν ξέρεις τι σου γίνεται.Δεν περιμένεις τίποτα, ίσως και να ελπίζεις να συναντήσεις κάτι που δε συνάντησες μέχρι τώρα. Αλλά αυτό δε συμβαίνει,γιατί δε ζεις μέσα στην αγαπημένη σου ταινία,δεν είσαι η πρωταγωνίστρια που βυθιζόταν στη λήθη του ονείρου, αν ήσουν δε θα χανόσουν όπως αυτή.  Δεν είσαι αυτή που ήσουν, δε σε ξέρω πια. Με τρελαίνουν οι πράξεις σου, αυτές που τότε ήταν σκέψεις και τώρα γίνονται πράξεις,γίνονται πράξεις όλο και πιο εύκολα,χωρίς δισταγμό. Δεν έχεις αλλάξει όμως αυτό που έγινε δεν ήταν αλλαγή, ένα σενάριο είσαι, ένα σενάριο που έφτιαξες στο μυαλό σου, το σκηνοθέτησες και αποφάσισες να παίξεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Όλοι οι άλλοι κομπάρσοι στο εργάκι σου και θεατής ο ίδιος σου ο εαυτός να απολαμβάνει τα δράματα που δημιουργείς,χασκογελώντας ειρωνικά, χαρούμενος για την επιτυχία του έργου του. Η παράσταση εκτελείται καθημερινά, οι κομπάρσοι κουράζονται και εσύ βαρέθηκες να βλέπεις το ίδιο έργο ξανά και ξανά για αυτό κάποιες φορές περπατάς μόνη σου και ψάχνεις για αδρεναλίνη, χωρίς αποτέλεσμα. Τα μάτια σου τα θυμάμαι πολύ καλά, ήταν τα πιο σκουρόχρωμα μάτια που είχα συναντήσει. Με κούρασες και'μένα πολύ,με κούρασε η επιφανειακή παρουσία σου και η έντονη απουσία σου, δεν ήξερα πως να αντιμετωπίσω και τις δύο αυτές μορφές σου. 
Περίμενε τις οδηγίες μου.

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Κάτι από'σένα..

Δεν περίμενα να είναι έντονη η παρουσία σου, δεν περίμενα να γράψω ποτέ κάτι για'σένα. Εφήμερος.έρωτας της μιας βραδιάς,στιγμιαίο λάθος και πάθος μαζί.Στιγμιαία και τα αισθήματα μου,αν υπάρχουν και αυτά,δεν ξέρω. Υποκρίνομαι; Κάθομαι πάνω σε μια βόμβα που είναι έτοιμη να εκραγεί,περιμένω απλά και υπομονετικά πότε θα το κάνει,πότε θα έρθει η καταστροφή μου. 
Πως και είσαι ακόμα εδώ; Κάτι από εσένα λοιπόν..



Τι τραγούδι να σου πω που να σε ξέρει 
Να' ναι εκεί όταν γελάς κι όταν φοβάσαι 
Να' ναι εκεί όταν μεθάς κι όταν λυπάσαι 
Κι όταν κρύβεσαι στης μοναξιάς τα μέρη 

Τι τραγούδι να σου πω 
Εκεί που πας 
Να μη μοιάζει με κανένα 
Μα να μοιάζει μ' όλα όσα αγαπάς 

Τι τραγούδι να σου πω, που να' χει αέρα 
Σαν κι αυτά μες τις κασέτες που' χουν λιώσει 
Γιατί πάτησαν το χρόνο, σ' έχουν νιώσει 
Πήραν σήκωσαν το φως κι εδώ το φέραν 

Τι τραγούδι να σου πω, χωρίς ουσία 
Να το φτύνουν οι σοφοί κι οι μπερδεμένοι 
Να γεννιέται στα ρηχά κι εκεί να μένει 
Να μην έχει ούτε λάμψη, ούτε αξία... 

Μα να φέγγει στη δική σου καταχνιά

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

In the darkness I will meet my creators




Κύκλοι,  πύρινοι κύκλοι σχηματίζονται γύρω από το σώμα μου, το σώμα μου πονάει, δε με αγγίζουν αλλά η φωτιά με καεί, με ζεσταίνει και με κρούβει, ψάχνω για αέρα,προσπαθώ να βγάλω το κεφάλι μου έξω αλλά μάταια,πιάνει και αυτό φωτιά, περικυκλώνεται από τις φλόγες και τώρα αρχίζω να καίγομαι ολόκληρη, το σώμα μου δε μάχεται, παραδίνεται στις φλόγες.Καπνός σχηματίζεται και μοιάζει με τα σύννεφα, έτσι όπως κινείται, χορεύει, χαίρεται που τελικά βγήκε από μέσα μου και τώρα μπορεί να πετάξει,να πετάξει ελεύθερος μακριά από'μένα. Έφυγε και αυτός και έμεινε η στάχτη.    Πρέπει και αυτή να καεί ή να σκορπιστεί στον αέρα. Δεν ανησυχώ όμως, θα φύγει , θα φροντίσει ο αέρας για αυτή, το ξέρω,όλα είναι κανονισμένα, δεν έχω να κάνω τίποτα. Και τι έμεινε από'μένα;


Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Cause there I feel things you wont understand



Τα διέλυσα όλα,όλα. Δεν κράτησε πολύ και δεν ήθελα να κρατήσει και άλλο.  Τώρα βρίσκομαι στον αέρα, δεν πέφτω δεν υπάρχει βαρύτητα,δεν υπάρχει τίποτα εδώ. Μονάχα εγώ. Δε μπορείς να μου κάνεις τίποτα πια, ότι ήταν να κάνω το έκανα εγώ,σε'μένα. Δε με αγγίζεις, δε νιώθω τίποτα. Είσαι τίποτα. Ακούς;


The shell that I wore. It wasn't for fun. It wasn't to make you stick around. It was for survival. It was what I've learnt. It was for the sun. You said you think I'd might be the one. I picked blossoms and made you a crown. But you can't catch what's coming down. Our love has grown. Our love has flown. I can catch the falling stars. They make the darkness brighter. Even though they burn holes in my hands. I can dive into the water. So deep I can't breathe. Cause there I feel things you wont understand

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Σκιές




Είσαι εκεί, σε κάθε βήμα μου, σαν τη σκιά μου.Προχωράω και εσύ ακολουθείς και εγώ κρύβομαι πίσω από'σένα αλλά και πίσω από μένα την ίδια στιγμή. Είσαι ένα μαύρο σύννεφο και εγώ τρέμω στην όψη σου, τρέμω στη γεύση σου, στο άρωμα σου. Δε γίνεται να σε εξαφανίσω, είσαι εκεί στο φως του ήλιου, στο σκοτάδι, στους εφιάλτες μου και στα καλύτερα μου όνειρα. Για να σε εξαφανίσω, για να σε καταστρέψω,πρέπει πρώτα να καταστρέψω τον εαυτό μου, να τα αφήσω όλα στον αέρα, στην τύχη που εσύ θα ορίσεις. Δεν ξέρω τι κάνω, τι κάνω σε'σένα,σε'μένα,μου φταις.Δε θα κατηγορήσω μόνο του εαυτό μου,ακόμα και αν είσαι μαζί μου σε νιώθω τόσο μακριά, τόσο μακριά που η απόσταση με φρικάρει και προσπαθώ να σε σύρω δίπλα μου,σε τραβάω,σου φωνάζω αλλά εσύ δε με ακούς,δε μπορείς να με ακούσεις,δε μπορείς να ακούσεις τους χτύπους της καρδιάς μου,είσαι πίσω μου, το νιώθω σε κάθε μου βήμα,βλέπω την αντανάκλαση σου,είσαι παντού,αλήθεια υπάρχεις.Δε μου προσφέρεις τίποτα,μονάχα φόβο και ανασφάλεια,ένα συνεχές άγχος,μια ανησυχία. Είσαι το μαύρο μου χρώμα. Κοιτάω στον καθρέφτη, δεν είσαι εσύ,είμαι εγώ.Είμαι εγώ,μ'ακούς;Περπάτησα πολύ,έτρεξα,κρύφτηκα,μίλησα αλλά πάλι δεν αποφάσισες να φύγεις,να με αφήσεις. 

Ο ήλιος κρύβεται σιγά-σιγά, το μπαλκόνι σκοτεινιάζει αλλά δε θέλω φως, γιατί και το φως δημιουργεί σκιές και τα μάτια μου κουράστηκαν να τις κοιτούν. Θέλω να μην υπάρχεις, να μην υπάρχω εγώ. Σε κοιτάω, έχω την ψευδαίσθηση ότι με κοιτάς και εσύ,αλλά μονάχα κουνάς,μετακινήσει όπως μετακινούμαι και εγώ και έχω την εντύπωση ότι μου μοιάζεις. Σκιές χορεύουν μέσα στο μυαλό μου, σε ακανόνιστα σχήματα κινούνται,αιωρούνται και μένω να τις κοιτώ να ζουν μέσα στο μυαλό μου.Ο μόνος δρόμος να εξαφανιστείς είναι μέσα από μένα,θα φύγεις σκέφτομαι,δε μπορεί,κάποτε θα φύγεις.Σταμάτα να τρέχεις,κουράστηκα. 

Μπορεί να ξέχασα που πάω και να'χεις πια χαθεί το δρόμο μόνη μου τραβάω κι εσύ έχεις κουραστεί. Μα στιγμές στιγμές το φως αλλάζει κι οι σκιές μας που σιωπούν γίνονται γυμνό κορμί που στάζει και καρδιές που αιμορραγούν

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Something tells me

Δε φταις εσύ,όχι δε φταις. Εγώ φταίω και το ηλίθιο παιιχνίδι μου.  Αλλά,έτσι είναι τα παιχνίδια, έχουν νικητές και ηττημένους και βαρέθηκα να είμαι στην κατηγορία των χαμένων. Αυτό είναι δικό μου παιχνίδι,δικοί μου κανόνες. Δεν έχω τον έλεγχο,είμαι το ζάρι, αποφασίζω για την τύχη των παικτών αλλά δε λειτουργώ αν δε με σπρώξεις, αν δε μου δώσεις δύναμη με το χέρι σου μέχρι να κυλήσω και να αποφασίσω για'σένα αλλά και για'μένα.; Θέλω να σε εκμεταλλευτώ,να σε χρησιμοποιήσω για το παιχνίδι μου και μετά να σε αφήσω.  Εγωιστικό,ε;

Περίεργο αυτό που συμβαίνει,έτσι.Έχω τόσο να πω αλλά τίποτα δε μου βγαίνει έτσι όπως θέλω,πάντα έτσι ήμουν. Δεν ξέρω αν πρέπει να μιλήσω ή να το αφήσω έτσι. Δε με βοηθάει και τίποτα, δε δέχομαι πια αυτό το σπρώξιμο και μένω στάσιμη περιμένοντας λίγο από το ενδιαφέρον της. Το μόνο που παίρνω είναι ξερές απαντήσεις και μισόλογα. Δεν ξέρω γιατί,αλλά κάθε φορά που γράφω κάτι, τη σκέφτομαι. Πρέπει να αποφασίσεις αν θέλεις να είσαι στη ζωή μου,ολοκληρωτικά ή να φύγεις. Αλλά αν είναι να φύγεις,κάντο τώρα, δεν το αντέχω αυτό. Είπες ''όταν αλλάζουμε, δε μπορούμε να έχουμε τους ίδιους ανθρώπους δίπλα μας.'', δεν άλλαξα γαμώτο, ίσως να προσπάθησα να του μοιάσω, να γίνω όπως εκείνον, αλλά κατάλαβε με. Κατάλαβε με. Κάνε κάτι,γρήγορα! 


Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Τα πιο μεγάλα ψέματα στα πιο αθώα βλέμματα.





Σαν μια χορδή που χτυπάει δυνατά
μέσα στο στήθος σου
σαν άστρο που σβήνει
και μια μελωδία που πίσω σ` αφήνει
ημέρα μου, φως μου, ζωή μου
ψυχή μου και πάθος
και λάθος και τέλος και αρχή μου
μικρή μου, πληγή μου.

Κι αφού οι καλοί
σου λένε πάντα την αλήθεια και νικούν
και σε παίρνουν μακριά
γιατί εσύ μου σφυρίζεις
κι αφού θες να βγεις στη βροχή
και να χορέψεις μ` ένα άσπρο μαντίλι
εγώ σ` ακολουθώ.

Κι έμεινα εδώ να προχωρώ
να προσπαθώ να σε κάνω να φύγεις
και το μυαλό μου να μη λέει `'σ` αγαπώ `'.

Κι έμεινα εδώ ν` αναζητώ
και να χαζεύω τις ώρες που λείπεις
κι η μουσική μου να μη βρίσκει σκοπό.

Είναι οι λέξεις, οι στιγμές
είναι οι φίλοι που θα δεις, είν` οι γνωστοί
και θα χορτάσεις μικρές χαρές
και λύπες θα περάσεις.
Κι είν` οι εικόνες, οι μαμάδες, οι μπαμπάδες
τα πτυχία, τα λουλούδια
τα παιδιά στα χειρουργεία
τα φύλλα που μυρίζουν στην αυλή κι ένα φιλί
Κι όπως είναι οι κρύες νύχτες
που δεν έχουν τελειωμό
σαν τα σεντόνια που μας πνίγουν
σαν τα τσιγάρα που μας ρίχνουν.

Είν` οι σκέψεις
που πια μόνες τους γελάνε
και που μας βλέπουν στην αρένα
κι όμως δε μας ακουμπάνε
.
Γιατί ;

Τρίτη 7 Μαΐου 2013








Μου λείπουν οι συζητήσεις μας, ο τρόπος που με συμβούλευες, το σωστό σου ένστικτο. Μου λείπεις εσύ.

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Είναι στιγμές που αμφιβάλλω για τα πάντα

    Το πρόσωπο του σα νερό που κυλάει σε ακανόνιστα σχήματα, τόσο ακανόνιστα και απρόσμενα όπως και οι εκφράσεις που παίρνει το πρόσωπο του. Το γέλιο του, αχ το γέλιο του, ρυθμικό σαν τις σταγόνες της βροχής,νοσταλγικό. Είχα καιρό να τον ακούσω να γελάει. Το πρόσωπο του είχε αλλάξει,   είχε εντονότερες γωνίες και τα μαλλιά του είχαν πια μακρύνει. Φορούσε το κρεμαστό που του είχα αγοράσει όταν ο καθένας πήρε το δρόμο του, και ο δρόμος αυτός δεν ήταν κοινός. Το κρατούσε σφιχτά, σα φυλακτό ένα πράγμα. Φαίνεται να έχει ωριμάσει, οι κινήσεις του έχουν αλλάξει είναι πιο..αυτόματες,ελεγχόμενες. Συνήθιζε να κουνάει περίεργα τα χέρια του, με έναν περίεργο τρόπο, λες και ήθελε να σε κάνει να τον προσέξεις. Εγώ τον πρόσεχα, τον παρατηρούσα,κάθε κίνηση του ήταν ξεχωριστή. Και αυτά δεν είναι λόγια του αέρα. Ποτέ δεν του είπα ότι τον αγαπάω. Ποτέ δε μου το είπε και εκείνος, και το κακό σε αυτόν τον άνθρωπο ήταν  ότι εξέφραζε τα συναισθήματα του με τον χειρότερο τρόπο, σε απωθούσε και δε σε άφηνε να πλησιάσεις. Έχτιζε τείχη από εγωισμό και ζούσε μονάχα για τον εαυτό του.

΄΄Νιώθω περίεργα,νιώθω μόνος.'' , μου είπες σήμερα. Και τελικά πως γίνεται όλοι να νιώθουμε τόσο μόνοι, αφού έχει ο ένας τον άλλο; Άνθρωποι μόνοι, σε φωτεινές πόλεις και σε γεμάτους δρόμους. Εγώ δεν τα είχα σχεδιάσει έτσι. Είμαστε η γενιά που ντρέπεται να εκφράσει τα συναισθήματα  της,που θεωρεί ντροπή τον έρωτα και να λέει σ'αγαπώ όταν το νιώσει. Για αυτό είμαστε μόνοι, γιατί παρόλο που έχουμε ανθρώπους δίπλα μας τους απομακρύνουμε όλο και πιο πολύ μακριά μας. Είμαστε μόνοι γιατί σταματήσαμε να μιλάμε για αυτά που νιώθουμε. Βουλιάζουμε.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Στιγμές παγωμένες στο χρόνο.








Φωτογραφίες από το παρελθόν. Μας θυμίζουν όσα ζήσαμε, όσα ήμασταν, όσα δε μπορούμε να έχουμε πια. Αλλά αν αφεθούμε μπορούν να μας παγώσουν μαζί τους. Γιατί δε μπορείς να περάσεις ολόκληρη τη ζωή σου ξεφυλλίζοντας παλιές φωτογραφίες. Δε μπορείς να ζητάς την επιστροφή στο παρελθόν, δε είναι εφικτή, αλλά ακόμη και αν ήταν δε θα ήταν αρκετή. 
Αύγουστος  μέσα από μία φωτογραφία, από ένα μπλουζάκι και από τη μυρωδιά του σαμπουάν σου. Γλυκά, όμορφα. . Μοιάζουμε χαρούμενοι, όλοι, όχι μόνο εσύ και εγώ. Γιατί να χρειάζεται να μιλάω για αυτό σαν κάτι πολύ μακρινό και απλησίαστο; 

Οι άνθρωποι αλλάζουν, οι παρέες αλλάζουν. Αυτός κάποια στιγμή θα φύγει,γιατί αυτό κάνει πάντα. Δεν πειράζει όμως, γιατί θα είμαστε μαζί και σε αυτό. Γιατί ακόμα και αν θέλεις εσύ να φύγεις, δε θα σε αφήσω εγώ.

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Δεν είσαι πια αυτός..

Δεν είσαι πια αυτός που με έκανε να γελάω κάθε φορά που χαμογελούσε,
δεν είσαι πια αυτός που χανόμουν στα πολύχρωμα μάτια του,
δεν είσαι πια αυτός που μπορούσα να χαζεύω για ώρες και να επεξεργάζομαι τις γωνίες του προσώπου του,
δεν είσαι πια αυτός που ένιωθα ότι μαζί του είμαι ο εαυτός μου,
δεν είσαι πια αυτός που για χάρη του άλλαξα τον κόσμο μου,
δεν είσαι πια αυτός που θυμάμαι κάθε λέξη και κίνηση που κάνει,
δεν είσαι πια αυτός μπορούσα να γράφω για ώρες για αυτόν,
δεν είσαι πια αυτός που με ;έκανε να γελάω,
δεν είσαι πια αυτός που ήξερα και με τρομάζει που τον καινούργιο σου εαυτό μπορεί και να μην τον πλησίαζα.
Δε θέλω να θυμάμαι.
Δε θέλω να με ξέρεις.
Δε θέλω να σε σκέφτομαι.
Δε θέλω να ξανακούσω πως μ'αγαπάς.


Είσαι μια άτυχη ζαριά, μια λάθος ζαριά. Μπερδεύτηκα από τις μέρες και από τις εντυπωσιακές μάσκες σου. Τα λόγια σου έγιναν σκόνη,στάχτες οι αναμνήσεις. Δεν είσαι πια αυτός. Και εγώ δεν είμαι πουθενά. Άγγιξες τα όνειρα μου, λίγο ακόμα και θα ήμουν ευτυχισμένη. Και τώρα που χάθηκα ποιος θα με βρει; Ίσως αν προσπαθήσεις ξανά; Μα την αγάπη δε μπορείς να τη ζητάς. Με στοιχειώνει η εικόνα σου, η εικόνα μας, σ
το παγκάκι, μαζί, εσύ και εγώ. Τίποτα δεν ήταν αληθινό, αρκετά.
Θυμάμαι που γελούσες, να μείνω μου ζητούσες παιδί.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Κάπου εκεί

Μα πάντα θα βρίσκουμε τρόπο να συναντιόμαστε. Ένα κοινό δρόμο μέσα από σένα, μέσα από μένα. Κάπου μέσα στη βροχή.



Now I'm bound by the life you left behind

Επιφάνεια. Δεν το είχα σκεφτεί, μέχρι που μου το είπες. Επιφανειακά ζούμε, επιφανειακά αγαπάμε, επιφανειακά ονειρευόμαστε Μία κενή επιφάνεια και μια σκιά που περιφέρεται. Ένα μικρό δωμάτιο. Ένα καρφωμένο βλέμμα και ένας ρυθμικός ήχος σαν τους δείκτες του ρολογιού να κυλάνε να σου υπενθυμίζουν πως ο χρόνος περνάει, κυλάει και μαζί του τρέχουμε και εμείς. Σύμφωνα με τον  Αϊνστάιν, δεν υπάρχουν στο σύμπαν πράγματα όπως το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ο χρόνος είναι σχετικός. Πολλές διαφορετικές φωνές, ψιθυρίζουν, μα εμένα μου φαίνονται σα να ουρλιάζουν, από το δωμάτιο βγαίνει ένας ήχος, ένα παράξενο βουητό. Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Δεν έκανες καν τον κόπο να ψάξεις την ουσία, κουράστηκα να μιλάω, κουράστηκες και εσύ να ακούς. Έτσι καταλήξαμε εδώ. Εγώ στο δικό μου εδώ και εσύ στο δικό σου.  Σου φωνάζω, αλλά δεν ακούς. Μα πως να ακούσεις η γη απέχει εκατομμύρια  έτη φωτός από τη σελήνη. 

Παράσιτα ραδιοφώνου και μυρωδιά καμένου ξύλου. Ο καπνός φαίνεται από την καμινάδα και περιφέρομαι δίπλα του, μήπως και ξεκλέψω λίγη από τη ζεστασιά του. Δες τον, είναι ελεύθερος και φεύγει, πετάει προς τον ουρανό για να συναντήσει το δικό του αστερισμό, να βρει τον γαλαξία του.  


Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Ονειροπαγίδα.




-Θέλω να φύγεις από τη ζωή μου, να εξαφανιστείς! Γιατί δεν το καταλαβαίνεις; Φύγε σου λέω, θέλω μια νέα αρχή. Δε μπορώ να προχωρήσω αλλιώς.

-Εγώ στο είχα προτείνει και παλιότερα. Αν η παρουσία μου σε δυσκολεύει μπορούμε να σταματήσουμε να μιλάμε. Θα είμαστε άγνωστοι, θα έχουμε τις συναντήσεις των 4’’ και μόνο το βλέμμα μου καθώς θα περνάς από τον διάδρομο θα έχεις από’ μένα.

-Το ήξερα, το ήξερα ότι δε με χρειαζόσουν αρκετά, δε μ ’αγαπούσες αρκετά. Ναι, είμαι τρελή δεν ξέρω τι θέλω. Θέλω να μείνεις, αλλά και να φύγεις αν δε σε έχω όπως θέλω. Θέλω να φύγω εγώ, μακριά από σενα και από όλους. 

-Δε με βοηθάς. Θα κάνω ό,τι μου πεις.

- Απλά φύγε. Κάντο τώρα, τώρα που μπορώ. Μονάχα μην ξεχάσεις αυτά που ζήσαμε, αυτό που ήμουν εγώ όπως με θυμόσουν χθες, προχθές. Εμένα.Υποσχέσου.

-Στο υπόσχομαι.

Έφυγε κλείνοντας απαλά την πόρτα.Του ήταν τόσο εύκολο να φύγει. Αυτό έκανε πάντα, έφευγε. 

 Ένιωθα σαν να ήμουν παγιδευμένη σε έναν από εκείνους τους τρομακτικούς εφιάλτες, που πρέπει να τρέξεις ,να τρέξεις μέχρι τα πνευμόνια σου να σκάσουν αλλά δεν μπορείς να κάνεις το  σώμα σου να κινηθεί αρκετά γρήγορα. Δε μπορούσα να συγκεντρωθώ, ένιωθα ζαλισμένη, κουρασμένη.

Ο χρόνος περνάει. Ακόμα και όταν μοιάζει αδύνατο. Περνάει ακανόνιστα με παράξενους κλυδωνισμούς και διαστήματα γαλήνης  που τραβάνε σε μάκρος, αλλά περνάει όπως και να  έχει. Όλες οι προσπάθειες ήταν μάταιες. Η ζωή μου έπρεπε να συνεχίσει από εκεί που την είχα αφήσει, χωρίς τα δικά του ίχνη. Αρκετές φορές έπιασα τον εαυτό μου να μετανιώνει αυτήν μου την απόφαση, να τρέχω στα μέρη που πηγαίναμε και  να σκαλίζω τις αναμνήσεις μέσα σε ένα χρωματιστό κουτί με το όνομα του απέξω. Μάταια, όλα ήταν μάταια. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να αφήσω τον εαυτό μου να παρασυρθεί, νιώθοντας περισσότερο τρόμο, περισσότερο άγχος. Ήμουν σαν ένα χαμένο φεγγάρι- ο πλανήτης μου είχε καταστραφεί και συνέχιζα παρ’όλα αυτά να γυρίζω σταθερή σχηματίζοντας μια μικρή τροχιά γύρω από το κενό που είχε μείνει πίσω. Η πορεία μου ήταν προδιαγεγραμμένη. Τώρα έπρεπε να τον ακολουθήσω. Απαγορευόταν να θυμάμαι, αλλά έτρεμα μήπως ξεχάσω ήταν πολύ δύσκολο να συνεχίσω έτσι. Ίσως μετά από λίγα χρόνια να μπορούσα να ξαναθυμηθώ αυτούς τους μήνες, χωρίς ενδοιασμούς.

-Ξύπνα, είναι αργά, δε θα προλάβεις. Σήκω σου λέω.
-Μη φωνάζεις σηκώνομαι.

Ήταν όνειρο, ήταν απλά ένα κακό όνειρο. Γιατί είπα κακό; Τουλάχιστον μπόρεσα να συνεχίσω; Στο τέλος τα κατάφερα; Τι είναι καλό και τι κακό τελικά; Δεν ξέρεις τι θέλεις, αυτό είναι. Δε σκέφτεσαι, και στο τέλος μαζεύονται πολλά πράγματα. Μπορείς να κρυφτείς να κρυφτείς από τον εαυτό σου να ξεχαστείς με καθημερινά θέματα αλλά ποτέ από το υποσυνείδητο σου. Αυτό ήταν το όνειρο τη νύχτα με την ονειροπαγίδα, για αυτό μπέρδεψα τα λόγια μου. Αλλά είπαμε καινούργια αρχή!



Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012



You don't want me, no
You don't need me
Like I want you, oh
Like I need you



And I want you in my life
And I need you in my life

You can't see me, no
Like I see you
I can't have you, no

Like you have me


Περπατάμε χωρίς να ξέρω που πάμε, σου έχω όμως εμπιστοσύνη. Αλήθεια σε εμπιστεύομαι. Τώρα ξέρω, ξέρεις και εσύ. Να θυμάσαι τα λόγια σου. Εγώ δεν τα ξεχνάω, δε φοβάμαι. 

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012



 Κοίταξε έξω από το παράθυρο και το μόνο που μπορούσε να δει ήταν ένας πελώριος κήπος με μαργαρίτες, πολλές μαργαρίτες στο ίδιο σχήμα και χρώμα λες και τις επέλεξαν μία-μία για να τις φυτέψουν στον κήπο αυτό. Σκεφτόταν ότι αυτός ο μεγάλος κήπος έπρεπε να είχε και άλλα λουλούδια, δέντρα, έτσι θα είχε περισσότερα χρώματα να φανταστεί- εκτός από το άσπρο και κίτρινο του λουλουδιού αυτού-περισσότερες μυρωδιές να θυμάται-εκτός από το μονότονο άρωμα της μαργαρίτας-κάθε απόγευμα που επισκεπτόταν τον κήπο -αν ήταν υπάκουη  και έπαιρνε  χωρίς φασαρία τα φάρμακα της. Η σημερινή μέρα δεν ήταν όπως τις προηγούμενες. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, 12 Δεκεμβρίου, τους άφηναν να επιλέγουν ένα άτομο να τους επισκεφτεί και να περνούν μαζί ολόκληρη τη μέρα μέχρι να ξημερώσει. Περίμενε καιρό να φτάσει αυτή η μέρα. Είχε φτιάξει ένα δικό της ημερολόγιο και κάθε ξημέρωμα διέγραφε και από μια μέρα. Το προηγούμενο βράδυ δεν είχε κοιμηθεί, στριφογύριζε και το άγχος δεν την άφηνε να κλείσει τα μάτια της. Έβρεχε. Έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε αυτό που πριν πολλά χρόνια της είχε πει η γιαγιά της "Ο ήχος του νερού καταργεί την εύκολη επαφή με το έξω. Η θαλπωρή που γεννά η βροχή ταυτίζεται με το αίσθημα του αποκλεισμού. Σε φυλακίζει μέσα σε μια επτασφράγιστη ασφάλεια, σ' ένα κλουβί με ρευστά κιγκλιδώματα που πέφτουν κάθετα συνεχώς από τον ουρανό. Υδάτινο κελί σε κυκλώνει. Είσαι ολομόναχος και απομονωμένος από την υπόλοιπη ζωή. Αυτό κάποιες στιγμές το απολαμβάνεις. Κυρίως τη νύχτα, όταν έρχεται απροσδόκητα, το ακούς ξαφνικά και λες "βρέχει", κι όλα μακραίνουν ατελείωτα και σε αφήνουν μονάχο στην κιβωτό σου. Έξω μαίνεται η θύελλα, αλλά εσύ έχεις ευτυχώς σωθεί και ταξιδεύεις μέσα στη βαθυκύανη αβεβαιότητα της πλανητικής ερήμου."  
‘’Βερόνικα; Βερόνικα, ακούς; Έφτασε η μέρα, η μέρα σου. Μόλις έφτασε ο κύριος με το δερμάτινο μπουφάν ’΄ Δεν ήθελε κανείς να ξέρει το όνομα του, από πού είναι ούτε γιατί κάθε χρόνο επέλεγε αυτόν το μυστηριώδη άντρα. Η αλήθεια είναι πως ούτε εκείνη ήξερε τι ήταν αυτό που την έκανε να νιώθει αυτά τα παράξενα συναισθήματα γα τον κύριο με το δερμάτινο μπουφάν. Εκείνος κάθε χρόνο, αρχές Δεκέμβρη δεχόταν ένα άσπρο φάκελο που απεικόνιζε τη σφραγίδα του ιδρύματος και την επιθυμία μιας ασθενούς να τον δει.

Την πρώτη φορά  που έλαβε το παράξενο αυτό γράμμα, το όνομα Βερόνικα δε φαινόταν να του θυμίζει τίποτα και νόμιζε πως το γράμμα αυτό ήταν απλά μια κακόγουστη φάρσα, εξάλλου όπως είπε’’ ποιος τρελός μπορεί να θέλει να δει εμένα;’’ Μα δεν ήταν τρελή, ο τίτλος που της έδιναν οι γιατροί για την ασθένεια της είναι ‘σχιζοφρένεια’’ μα εκείνη δεν ένιωθε ούτε άρρωστη ούτε τρελή. Όλα ξεκίνησαν όταν προσπάθησε να βρει νόημα στην ύπαρξη της, να ψάχνει απαντήσεις.
Μετά από τρία συνεχόμενα γράμματα ο άγνωστος άντρας τηλεφώνησε στο ίδρυμα και κατάλαβε πως αυτή η γυναίκα ήθελε κάτι από αυτόν, ίσως να την ήξερε και να τον είχε ανάγκη, έτσι αποφάσισε να επισκεφτεί το ίδρυμα. Κατέβηκε από το αμάξι και το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν μια ευανάγνωστη ταμπέλα που έλεγε’’Ίδρυμα Ψυχολογικών Διαταραχών’’. Ήταν σίγουρος πως είχε ξαναπάει εκεί, όλα ήταν τρομακτικά οικεία. Δεν ήταν δυνατόν να είχε καν περάσει από εκεί, δυσκολεύτηκε πολύ να το βρει και το ίδρυμα βρισκόταν απομονωμένο σε μια πλαγιά.  Στην αρχή σκέφτηκε να φύγει, είχε ήδη χάσει τη μητέρα του πρόσφατα και μία ακόμα αναστάτωση στη ζωή ήταν το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν. Μπήκε ξανά στο αμάξι, έβαλε μπρος, μα δε μπόρεσε να φύγει. Βάδισε αποφασιστικά μέχρι την ξύλινη είσοδο και μπήκε στο κτήριο.
 Έδωσε τα στοιχεία του και μπήκε σε μια μεγάλη αίθουσα που μόνο άγνωστη δεν του ήταν. Το δωμάτιο αυτό χωριζόταν σε δύο επιμέρους αίθουσες με κάγκελα και στη μέση τους υπήρχε ένα μικρό παράθυρο και ένα τηλέφωνο. Άκουσε βήματα και ύστερα παρατήρησε μια σκιά να πλησιάζει προς το μέρος του. Ήταν μια γυναίκα με μαύρα μακριά μαλλιά και μπλε μάτια, το σώμα της καλυβόταν από έναν άσπρο μανδύα που έκρυβαν τη σιλουέτα της. Δεν την είχε ξαναδεί ποτέ. Τι να ήθελε από εκείνον; Είναι άγνωστοι.
Με ένα ευγενικό χαμόγελο και ένα νεύμα τον παρότρυνε να σηκώσει το ακουστικό. Με σταθερή φωνή του έιπε. «Θα σου διηγηθώ μια ιστορία»,. «Ένας δυνατός μάγος που ήθελε να αφανίσει ένα βασίλειο έριξε ένα μαγικό φίλτρο στο πηγάδι απ’ όπου έπιναν νερό όλοι οι κάτοικοι του. Όποιος έπαιρνε απ’ αυτό το νερό θα τρελαινόταν.»Το επόμενο πρωινό ήπιε όλος ο λαός και οι πάντες τρελάθηκαν, εκτός απ’ το βασιλιά- που είχε ένα πηγάδι μόνο για τον εαυτό του και την οικογένεια του και στο οποίο δεν κατόρθωσε να φτάσει ο μάγος. Ανήσυχος ο βασιλιάς, προσπάθησε να ηρεμήσει το λαό και θέσπισε μια σειρά μέτρων για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια αλλά οι αστυνομικοί και οι επιθεωρητές, που είχαν πιει το δηλητηριασμένο νερό, βρήκαν παράλογα τα διατάγματα του βασιλιά και αποφάσισαν να μην τα εφαρμόσουν καθόλου.»Όταν οι κάτοικοι του βασιλείου έμαθαν τις αποφάσεις, πίστεψαν ότι ο μονάρχης είχε παραφρονήσει και έγραφε πράγματα χωρίς νόημα. Πήγαν στο κάστρο κραυγάζοντας και απαίτησαν να παραιτηθεί.«Απελπισμένος ο βασιλιάς δέχτηκε να αφήσει το θρόνο, αλλά η βασίλισσα τον εμπόδισε λέγοντας: “Πάμε αμέσως στην πηγή να πιούμε κι εμείς. Έτσι θα γίνουμε ίδιοι μ’ αυτούς”.»Έτσι και έγινε: ο βασιλιάς και η βασίλισσα ήπιαν το νερό της παραφροσύνης και άρχισαν αμέσως να λένε λόγια χωρίς νόημα. Την ίδια στιγμή, οι υπήκοοι άλλαξαν γνώμη: τώρα που ο βασιλιάς έδειχνε τόση σοφία, γιατί να μην τον αφήσουν να κυβερνήσει τη χώρ α;»Η χώρα παρέμεινε ήρεμη, αν και οι κάτοικοι της συμπεριφέρονταν πολύ διαφορετικά από τους γείτονες τους. Και ο βασιλιάς κυβέρνησε μέχρι το τέλος της ζωής του». 

Σώπασε. Κανένας από τους δύο δεν μίλησε για περίπου τέσσερα λεπτά.  «Πως  γίνεται να ξέχασες;  Κάποτε ήσουν και εσύ εδώ, ήμασταν μαζί . Μετά έφυγες, έφυγες και με άφησες εδώ να αρνούμαι να πιο από το δηλητηριασμένο νερό  που μου δίνουν, να αρνούμαι να γίνω σαν και αυτούς. Κάποτε με αγαπούσες και ορκιζόσουν πως δε θα με αφήσεις ποτέ, όσο δύσκολα και αν περάσαμε, ήμασταν μαζί.  Έγινες και εσύ σαν και αυτούς,  έμαθα ζεις ευτυχισμένος και έχεις και οικογένεια. Σε λυπάμαι»

Σοκαρισμένος σηκώθηκε από την καρέκλα και έτρεξε προς την έξοδο. Μπήκε στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Κοίταξε από μακριά, αλλά το σπίτι δε βρισκόταν εκεί, στη θέση του ήταν ένα πάρκο με πολλά παιδιά να τρέχουν και να γελούν. Δε μπορεί, ονειρευόταν. Ήταν βασανιστική αυτή η αναμονή, ήθελε να ξυπνήσει. Τι περίεργο όνειρο;! Μα δεν ξυπνούσε νόμιζε πως δε θα τελείωνε ποτέ. Τι είναι στα αλήθεια πραγματικό και ποιο είναι που ονειρεύεται; Πήγε στη θάλασσα και άφησε εκείνη να αποφασίσει για την τύχη του και εκείνη επέλεξε να σωπάσει.